τρικόρυθος

τρίκορυς
with triple plume
masc gen sg
τρικόρυθος
masc gen sg
τρικόρυθος
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • τρικόρυθος — Δήμος της αρχαίας Αττικής, που ανήκε αρχικά στην Αιαντίδα και από το 146 μ.Χ. στην Αδριανίδα φυλή. Αποτελούσε μαζί με άλλες πόλεις την αττική Τετράπολη, και βρισκόταν A της Οινόης και BA του Μαραθώνα. Λεγόταν και Τρικόρυνθος. * * * ον, Α… …   Dictionary of Greek

  • ТРИКОРИФ —    • Τρικόρυθος,          см. Attica, Аттика, 17 …   Реальный словарь классических древностей

  • τρικορύθῳ — τρικόρυθος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρικόρυθον — τρικόρυθος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μαραθών — Αρχαία πόλη της Αττικής. Ήταν χτισμένος σε πεδιάδα με την ίδια ονομασία στα ΒΑ της πόλης των Αθηνών και έμεινε στην ιστορία κυρίως από την περίφημη μάχη που έγινε εκεί τον Σεπτέμβριο του 490 π.Χ. μεταξύ Αθηναίων («προμαχούντων των Ελλήνων»… …   Dictionary of Greek

  • Tetrapolis (Attica) — Tetrapolis (Greek: polytonic|Τετραπόλις) comprised one of the twelve districts into which Attica was divided before the time of Theseus. The district was on a plain in the northeastern part of Attica and contained four cities: Marathon… …   Wikipedia

  • Tetrapolis (Attika) — Die Tetrapolis (griechisch: Τετράπολις) war in der Antike ein kultischer Zusammenschluss von vier Orten in der griechischen Landschaft Attika. Sie war nach der legendären Überlieferung einer der zwölf Bezirke, in die Attika in der Zeit vor… …   Deutsch Wikipedia

  • CONUS — apud Solin. c. 36. ubi de phoenice: Apud eosdem nascitur phoenix avis, aquilae magnitudine, capite honoratô in conum plumis exstantibus etc. idem quod apex. Proprie autem apex est galeae, seu im medio galeae pars eminens e ferro vel aere, quae ad …   Hofmann J. Lexicon universale

  • DEMARCHI — Graece Δήμαρχοι, dicebantur in eadem Rep. praefecti τῶ Δήμων, quos illi, quando necesse erat, convocabant, eâdem potestate, quam prius Ναυκράροι vel Ναυκλάροι habuerant, (ut scribir Harpocration in Lexico, et Scholiastes Aristophan. ad haec verba …   Hofmann J. Lexicon universale

  • κόρυς — κόρυς, υθος, ἡ (Α) 1. η περικεφαλαία τών μαχητών («βάλεν εὐπείθεια κόρυθος διὰ χαλκοπαρῄου», Ομ. Οδ.) 2. μτφ. το κεφάλι. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η σύνδεση με το κέρας δεν μπορεί να τεκμηριωθεί επαρκώς. Μαζί με τα κόρυδος, κόρυμβος, κορύνη,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.